Τρίτη, 20 Μαρτίου 2012

LA SOURCE DES FEMMES (Η ΠΗΓΗ ΤΩΝ ΓΥΝΑΙΚΩΝ)

Περίληψη της υπόθεσης: Σ’ ένα απομακρυσμένο χωριό, κάπου στο Μαρόκο, οι γυναίκες είναι αναγκασμένες να μεταφέρουν νερό από την κοντινή πηγή προκειμένου να εξυπηρετήσουν τις ανάγκες των κατοίκων. Μετά από ένα τραγικό ατύχημα, οι γυναίκες, υπό την καθοδήγηση της νεαρής Λεϊλά, αποφασίζουν να κάνουν αποχή από τον έρωτα έως ότου οι άντρες δεχτούν να κουβαλούν αυτοί το νερό.

Η αφίσα της ταινίας

Ο ρουμάνος σκηνοθέτης Radu Mihaileanu παρουσιάζει μια γλυκόπικρη ταινία βασισμένη σε μια ιδέα που φέρνει στο νου τη «Λυσιστράτη» του Αριστοφάνη.  Οι γυναίκες του χωριού ζουν μια πολύ σκληρή ζωή, υποχρεωμένες να εκτελούν όλες τις βαριές εργασίες, από τις οποίες η πιο δύσκολη είναι η μεταφορά μεγάλης ποσότητας νερού από ένα δύσβατο μονοπάτι, ενώ οι άντρες τεμπελιάζουν στο καφενείο επικαλούμενοι την ανεργία και την ξηρασία ως βασικά αίτια αυτής της κατάστασης. Κατά τη διάρκεια μίας μεταφοράς νερού, μία από τις γυναίκες χάνει την ισορροπία της και από την πτώση χάνει και το παιδί που κυοφορεί. Το περιστατικό αυτό, που έχει συμβεί κατ’ επανάληψη, αποτελεί τη σταγόνα που ξεχειλίζει το ποτήρι για τη νεαρή Λεϊλά, η οποία αποφασίζει ν’ αντιδράσει. Σε μία συγκέντρωση των γυναικών προτείνει να χρησιμοποιήσουν το μόνο όπλο που διαθέτουν: την αποχή από τον έρωτα. Στη αρχή δε βρίσκει συμπαραστάτες εκτός από τη γηραιότερη γυναίκα της ομάδας που προσπαθεί να πείσει και τις υπόλοιπες. Σταδιακά όλες σχεδόν οι γυναίκες συστρατεύονται στον αγώνα, που έχει ως κεντρικό αίτημα τη μεταφορά του νερού από τους άντρες. Καθώς κλιμακώνεται η πάλη, οι γυναίκες υφίστανται ξυλοδαρμούς, απειλές και άλλες μορφές βίας για να υπαναχωρήσουν, ενώ και ο μοναδικός τους σύμμαχος από τους άντρες, ο σύζυγος της Λεϊλά που είναι δάσκαλος στο επάγγελμα, υφίσταται πιέσεις από τους υπόλοιπους συγχωριανούς του. Από τις συζητήσεις  των αντρών, μαθαίνουμε ότι έχει κατατεθεί αίτημα προς τις Αρχές για τη δημιουργία ενός αγωγού με σκοπό τη μεταφορά του νερού, το οποίο, όμως, δεν έχει βρει ανταπόκριση. Η λύση θα δοθεί μέσα από την ικανοποίηση του αιτήματος, καθώς οι Αρχές υποχρεώνονται να λύσουν το πρόβλημα της υδροδότησης για να μην πάρει διαστάσεις το σκάνδαλο της σεξουαλικής αντίστασης που έχει ήδη βρει τη θέση του στις στήλες των εφημερίδων. 

Ο Radu Mihaileanu, που έγραψε και το σενάριο σε συνεργασία με τον Alain-Michel Blanc, μας προσφέρει μια ενδιαφέρουσα κινηματογραφική ιστορία με αξιοσημείωτες πολιτικές, κοινωνικές, θρησκευτικές και καλλιτεχνικές προεκτάσεις. Η πλοκή της ταινίας διαδραματίζεται σε μία γεωγραφική περιοχή όπου η πάλη για τα δικαιώματα των γυναικών έχει πολύ διαφορετικό περιεχόμενο απ’ ότι στο λεγόμενο δυτικό κόσμο. Η γυναίκα, που στην ουσία αποτελεί το μοναδικό στήριγμα της κάθε οικογένειας στο συγκεκριμένο χωριό, καθώς έχει αναλάβει όλες τις ευθύνες, στερείται βασικών δικαιωμάτων, όπως τη δυνατότητα να επιλέγει το σύζυγό της, το δικαίωμα να διαθέτει το σώμα της όπου και όπως θέλει, το δικαίωμα να αποφασίζει η ίδια για τη ζωή της και άλλα ων ουκ έστι αριθμός. Μέσα σ’ αυτό το ασφυκτικό πλαίσιο, μία νέα κοπέλα, η Λεϊλά, με τη βοήθεια του συζύγου της, μαθαίνει να γράφει και να διαβάζει και προσπαθεί να υπερβεί τα όρια που θέτει η μικρή κοινωνία του χωριού. Το ατύχημα μίας φίλης γίνεται η αφορμή για να ξεκινήσει μια διεκδίκηση με άξονα τη μεταφορά του νερού, η οποία φέρνει στο φως το ζήτημα της συνολικής παρουσίας της γυναίκας μέσα στην κοινωνία. Ο σκηνοθέτης, αποφεύγοντας τις υπερβολές και τη δαιμονοποίηση των χαρακτήρων, μας δείχνει ότι οι αιτίες του προβλήματος είναι πολλές: η πατριαρχική δομή της κοινωνίας, αλλά και η αυθαίρετη ερμηνεία των ιερών κειμένων (κυρίως του Κορανίου), καθώς και η φαλλοκρατική αντίληψη της Πολιτείας (χαρακτηριστικός είναι ο διάλογος του δασκάλου, ως εκπροσώπου των κατοίκων, με έναν κρατικό υπάλληλο, που όταν μεταφέρει το αίτημα της υδροδότησης του χωριού λαμβάνει την απάντηση ότι μετά το νερό οι γυναίκες θα ζητήσουν και ρεύμα, οπότε θα ζητήσουν και πλυντήρια, οπότε μετά δε θα έχουν απασχόληση!), συνυφαίνουν τον ιστό της καταπίεσης των γυναικών. Παγιδευμένες μέσα σ’ ένα σύμπλεγμα αναχρονιστικών αντιλήψεων, οι γυναίκες δεν έχουν άλλη επιλογή από το να ξεκινήσουν μια αποχή από το σεξ. Η απόφαση αυτή έχει, φυσικά, μεγάλο κόστος. Εκτός από απειλές, κάποια από τις γυναίκες υφίσταται και ξυλοδαρμό. Ο Mihaileanu επιλέγει να μην δείξει στην κάμερα τις σκηνές του ξυλοδαρμού, προκρίνοντας μια λιγότερο νατουραλιστική κινηματογράφηση ή, ίσως, θεωρώντας ότι αυτά που δεν βλέπουμε αλλά τα υποθέτουμε μέσα από τους ήχους που ακούμε είναι τρομακτικότερα.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει και ο τρόπος που ο σκηνοθέτης προσεγγίζει τους εκπροσώπους της θρησκευτικής εξουσίας. Ο τοπικός ιμάμης παρουσιάζεται αρχικά ως προσκολλημένος σε μία φονταμενταλιστική ερμηνεία των ιερών κειμένων, καθώς, όμως, η ταινία εξελίσσεται αφουγκράζεται τον πόνο των γυναικών και συντάσσεται μαζί τους, έστω και έμμεσα, υιοθετώντας τις δικές τους μετριοπαθείς ερμηνείες του Κορανίου.

Ένα άλλο σημαντικό ζήτημα που τίθεται είναι αυτό του κατά πόσο κάποιες γυναίκες έχουν εσωτερικεύσει και, εν πολλοίς, δικαιολογήσει την κατάσταση που αντιμετωπίζουν. Καθ’ όλη τη διάρκεια της ταινίας, η πεθερά της Λεϊλά αντιτίθεται σθεναρά στον αγώνα της, θεωρώντας ανήκουστη τη στάση της. Ίσως να έχει ιδιοτελή κίνητρα καθώς είχε επιλέξει άλλη νύφη για τον υιό της ή, ίσως, να έχει ενστερνιστεί ολοκληρωτικά τις αντιλήψεις των αντρών. Αυτό που αξίζει να σημειωθεί είναι ότι για τον Mihaileanu δεν είναι όλοι οι άντρες ένοχοι ούτε όλες οι γυναίκες άμοιρες ευθυνών. Υπάρχουν περιθώρια επιλογών γι’ αυτούς που είναι διατεθειμένοι να πληρώσουν το αντίστοιχο κόστος. Ακόμη και η Λεϊλά έρχεται κάποια στιγμή αντιμέτωπη με το σύζυγό της, καθώς κινδυνεύει να χάσει τη δουλειά του εξαιτίας του αγώνα της, ενώ και ένα τρίτο πρόσωπο από το παρελθόν μπαίνει ανάμεσά τους.  

Πέρα από την πολιτική και κοινωνική σκοπιά της ταινίας, ο Mihaileanu δεν αμελεί και το αμιγώς κινηματογραφικό κομμάτι. Η αρκετά μεγάλη διάρκειά της δεν την καθιστά κουραστική, χάρις στο «σφικτό» μοντάζ, ενώ ο σκηνοθέτης δεν παραλείπει να παρουσιάσει όψεις της παράδοσης των κατοίκων του χωριού (μέσα από παραδοσιακούς χορούς και τραγούδια), δίνοντας έτσι και μία αίσθηση ντοκιμαντέρ σε κάποια σημεία του φιλμ. Οι χαρακτήρες του έργου είναι καλά δουλεμένοι και διαθέτουν δραματικό βάθος. Δε συναντάμε μονοδιάστατα πρόσωπα αλλά ανθρώπους με προτερήματα και ελαττώματα. Ακόμα και η κεντρική ηρωίδα της ταινίας, η Λεϊλά, έχει ένα κρυμμένο μυστικό από το σύζυγό της, όσο κι αν είναι αιτιολογημένη αυτή της η επιλογή. Αξίζει, επίσης, να επισημάνουμε ότι παρά τη θεματολογία που επέλεξε, ο Mihaileanu αποφεύγει την παγίδα του να φτιάξει μια καταθλιπτική ταινία, τοποθετώντας διάσπαρτες κωμικές στιγμές μέσα στην πλοκή και δημιουργώντας έτσι μια ισορροπημένη παραγωγή που εστιάζει σε όλες τις όψεις της ζωής, θετικές τε και αρνητικές. Το happy end στο οποίο καταλήγει η ιστορία είναι λίγο-πολύ αναμενόμενο αλλά, τουλάχιστον, φαίνεται ως φυσική εξέλιξη των πραγμάτων, ακυρώνοντας, ίσως, τις όποιες ενστάσεις προκαλεί η αμφιβολία του κατά πόσο ένας τέτοιος αγώνας θα μπορούσε να έχει μια τόσο θετική κατάληξη.

Εν γένει πρόκειται για μια πολύ αξιόλογη ταινία που κρίνεται ως επιτυχημένη από κάθε άποψη. Η στιβαρή αφήγηση, το εξαιρετικό καστ των ηθοποιών, το «καυτό» θέμα γύρω από το οποίο οικοδομείται η ταινία, συμβάλλουν αποφασιστικά στο να θεωρήσουμε την «Πηγή των Γυναικών» ως μία από τις καλύτερες κινηματογραφικές επιλογές των ημερών.

Το trailer της ταινίας

Δεν υπάρχουν σχόλια: