Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΝΕΚΡΟΛΟΓΙΕΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΝΕΚΡΟΛΟΓΙΕΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

20 Φεβρουαρίου 2024

ΑΠΕΒΙΩΣΕ Ο ΠΟΙΗΤΗΣ ΚΑΙ ΜΕΤΑΦΡΑΣΤΗΣ ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΠΛΑΝΑΣ

Με ιδιαίτερη θλίψη πληροφορηθήκαμε από τα ΜΜΕ το θάνατο του σπουδαίου ποιητή και μεταφραστή Γιώργου Μπλάνα (1959-2024). Δίχως αμφιβολία, η απώλειά του αφήνει ένα δυσαναπλήρωτο κενό στο χώρο των Γραμμάτων.

Ως ελάχιστο φόρο τιμής, παραθέτουμε κατωτέρω την πολύ ενδιαφέρουσα συνέντευξη που είχε παραχωρήσει στο περιοδικό «Βακχικόν» (Τεύχος 5, Μάρτιος 2009) και, συγκεκριμένα, στο Ν. Πουλάκο.

«Ήταν Δευτέρα απόγευμα, μήνας Οκτώβριος του 2007. Συναντήθηκα με τον Γιώργο Μπλάνα σε ένα μέτριο -από κάθε άποψη- καφέ στο Αιγάλεω. Μιλήσαμε περί ανέμων και υδάτων. Για την ποίηση, την καθημερινή επιβίωση, τους κοινούς μας φίλους και εχθρούς. Για γνωστούς κι άλλους παρατρεχάμενους. Κυρίως για βιβλία και τη χρηστικότητά τους στη σημερινή κοινωνία. Κύλησαν δυο ώρες έντονες. Γεμάτες πάθος, ειδικώς από την πλευρά του Γιώργου, ιδιαίτερο στοιχείο του ταπεραμέντου του. Ακολούθησαν μερικές ακόμη υπέροχες συναντήσεις. Μετά τον έχασα. Πρώτα μιλούσαμε τηλεφωνικά και στη συνέχεια εξαφανιστήκαμε. Ένας μέρος της σημερινής συνέντευξης (δεν το έχω συμπεριλάβει εδώ) έχει δημοσιευθεί στο λογοτεχνικό περιοδικό “Μανδραγόρας”, στο τεύχος του περασμένου Μαΐου. Όλη η υπόλοιπη δημοσιεύεται στο επετειακό τεύχος του περιοδικού γραμμάτων και τευχών “Βακχικόν” για δυο λόγους: για να τιμήσω την παρουσία και την ιδρυτική στήριξη του καλού φίλου Γιώργου σε αυτή την προσπάθεια που εξακολουθεί να υφίσταται από μια ομάδα νέων ανθρώπων που αγαπούν τις τέχνες. Και για να δηλώσω την προσωπική μου στήριξη στην απόφαση του Γιώργου ν' απαρνηθεί την ποίηση (παρά την πίστη μου ότι η εν γένει παρουσία του σε τούτο τον κόσμο είναι αρκούντως ποιητική), κάτι το οποίο έκρινα σκόπιμο να μην κάνω όλους αυτούς τους μήνες. Γιώργο... Τίποτα δεν είναι αληθινό, όλα επιτρέπονται, φίλε!

- Τι σκεφτόσουν όταν πρωτοξεκίνησες να δημοσιεύεις τα ποιήματά σου;

- Κοίτα Νέστωρα! Δεν άνηκα σε μια οικογένεια διανοουμένων ώστε να είμαι γνώστης αναφορών και επιβραβεύσεων και να περιμένω κάτι από τις πρώτες δημοσιεύσεις ποιημάτων μου. Ασφαλώς ανήκω σε μια γενιά ανθρώπων, κυρίως καλλιτεχνών κάθε είδους, που σκοπό είχαν κι έχουν να τελειοποιηθούν. Πρόκειται, ίσως, για την τελευταία γενιά που οι καλλιτέχνες αντιμετωπίζονται ως θεοί, ως μαρμάρινα αγάλματα. Πρέπει να σου πω ότι πρωτοδημοσίευσα σε μεγάλη ηλικία, 28 ετών κι ύστερα από πιέσεις. Και αντιμετωπίστηκα πολύ θετικά από τους κριτικούς, κάτι το οποίο μου προκάλεσε συναισθήματα έκπληξης, χαράς και αισιοδοξίας. Ήταν θετικό ξεκίνημα, όμως διαπίστωσα ότι ο χώρος αυτός (όπως και πολλοί άλλοι άλλωστε) διοικούνται τρόπον τινά από ανθρώπους χαμηλών προσόντων αλλά με μεγάλη δίψα για φήμη.

- Γιώργο, μίλησε μου για τις ποιητικές σου συλλογές.

- “Η Ζωή Κολυμπά σαν Φάλαινα Ανύποπτη πριν τη Σφαγή [Υάκινθος, 1987]”: Ένα ποιητικό σχόλιο στον “Μόμπυ Ντικ”, σπουδαίο φιλοσοφικό και λογοτεχνικό έργο που συγκρίνεται με το “Λεβιάθαν”. Ουσιαστικά η συλλογή αυτή είναι εικονικά σχόλια, μια παραγωγή εικόνων πάνω σε στοιχειώδη ζητήματα της πρακτικής φιλοσοφίας (θάνατος, μνήμη, παιδική ηλικία).

“H Αναπόφευκτη Ανθηρότητά σου [Διάττων, 1990]”: Μια ποίηση για την παιδική ηλικία. Ένας σπονδυλωτός ψαλμός, με τρόπο βιβλικό.

“Νύχτα [Νεφέλη, 1991]”: Αποτέλεσμα της ενασχόλησής μου με τη φιλοσοφία και τη σχέση της με την ποίηση. Ένα μεταμοντέρνο ποίημα, που έχει “κολόνες δωρικού ρυθμού φτιαγμένες με μπετόν”. Ένα σχόλιο στη “νύχτα που ονειρεύτηκε ο Ντεκάρτ”. Ουσιαστικά είναι ένα όνειρο που έχει σχέση με το στίχο ενός ποιητή. Πρόκειται για ποίημα φιλοσοφικού έρωτα.

“Παράφορο! [Δελφίνι, 1997]”: Μια σειρά μονολόγων ιστορικών προσώπων, για το πώς θα έπρεπε να μιλήσουν για τη βλακεία της πολιτικοκοινωνικής πραγματικότητας.

“Άννα [Ερατώ, 1998]”: Με τη συλλογή αυτή συστηματοποιήθηκε η ενασχόλησή μου με τα ιστορικά πρόσωπα. Ανοίγει η φόρμα, πειραματίζομαι ύστερα κι από την πλήρη ανάγνωση της αρχαίας γραμματείας. Χρησιμοποίησα τη θεατρική διάσταση και τις θεατρικές παραμέτρους στους ποιητικούς μονολόγους. Η Άννα, άλλωστε, ήταν η υπεύθυνη για τη μοναδική βυζαντινή αναγέννηση – μια αριστοτελική διάσταση της εποχής, που μας άφησε το μοναδικό αριστουργηματικό κείμενο της βυζαντινής πεζογραφίας, εκείνες τις αφηγήσεις για τον πατέρα της.

“Η Απάντησή του [Νεφέλη, 2000]”: Ιστορικοί μονόλογοι, πλέον συνδεόμενοι με την προσωπική μου ζωή, που εκείνη την περίοδο κλυδωνιζόταν.

“Επεισόδιο [Νεφέλη, 2002]”: Θέμα η σύγχρονη βαλκανική τραγωδία, ο εμφύλιος της Γιουγκοσλαβίας. Ήθελα να αντιμετωπίσω τον ζωτικό πυρήνα. Τέσσερα πρόσωπα, που είχαν αναγκαίους ρόλους στην πολιτική θεολογία, μια προβληματική του ποιήματος. Η μοίρα της συλλογής ήταν εκείνη της συγγραφής του: οι Έλληνες δεν θέλουν να δεχθούν το πρόβλημα – γι' αυτό και η συλλογή συνάντησε παρατράγουδα στην αγορά των ιδεών, ενώ στο “ελεύθερο” ίντερνετ πήγε πολύ καλά.

“Ωδή στον Γεώργιο Καραϊσκάκη [Εφ. Η Αυγή, 2007]”: Το τελευταίο πολιτικό μου ποίημα.

- Σκέφτεσαι να προχωρήσεις σε έκδοση καινούριων σου ποιημάτων;

- Δεν νομίζω ότι έχει πια νόημα κάτι τέτοιο. Τα βιβλία ποίησης δεν είναι μυθιστορήματα που πουλάνε και επομένως δεν αφορούν τους εκδοτικούς οίκους. Στην Ελλάδα υπάρχουν το πολύ 10 εκδοτικοί οίκοι που δεν είναι έμποροι βιβλίων, με τη στυγνή εμπορική σημασία, όπως όλοι οι υπόλοιποι. Άλλωστε έχω σταματήσει να σκέφτομαι κάποια έκδοση. Έχω σταματήσει καιρό τώρα, πλην βέβαια των μεταφράσεων. Για να πούμε τα πράγματα με το όνομά τους: είναι πραγματική ματαιοδοξία να βγάλω μια ποιητική συλλογή που θα τη διαβάσουν μερικές δεκάδες και θα γράψουν γι' αυτό λίγοι δημοσιογράφοι σε κάποια έντυπα. Βέβαια οι καλλιτέχνες θέλουν να παράξουν λόγο. Να μη μένουν σιωπηλοί. Σεβαστό. Αλλά εγώ δεν είμαι επαγγελματίας λογοτέχνης, είμαι επαγγελματίας βιβλιάνθρωπος, τέκνο της μορφώσεως, που θέλω να προσφέρω ό,τι καλύτερο μπορώ στους αναγνώστες. Θέλουν καινούριες μεταφράσεις του Πόε; Να τις κάνω, γιατί όχι; Αφού θα διαβαστούν.

- Ποια η εμπειρία σου από την ενασχόλησή σου με την εφημερίδα “Αυγή”;

- Γράφω στη συγκεκριμένη εφημερίδα, στο ένθετο των γραμμάτων, ως μαχόμενος αριστερός. Δεν μιλώ για τον Συνασπισμό, δεν συμφωνώ μαζί του πάντα, ούτε είμαι μέλος του. Άλλωστε οι πολιτικές μου θέσεις είναι λιγάκι πιο ακραίες. Πάντως πριν την “Αυγή”, αρθρογραφούσα για πολιτιστικά θέματα στην “Εποχή”, στον “Ριζοσπάστη” κτλ., ενώ είχα περάσει και από το “Ιδεοδρόμιο” του Χρηστάκη, που άνηκε σε κάποιο άλλο χώρο. Για να μην παρεξηγηθώ, κατά καιρούς και τελείως περιστασιακά, έχω αρθρογραφήσει σε διάφορες εφημερίδες και περιοδικά, όπως η “Ελευθεροτυπία”, το “Βήμα” και αλλού. Η σχέση μου, όμως, με την “Αυγή” είναι τελείως διαφορετική. Είναι σχέση ταύτισης πολιτικού χώρου, πιο συγγενικού με μένα.

- Οι ποιητές μπορούν να συμβάλουν στην αλλαγή του πολιτικού καθεστώτος μιας χώρας;

- Οι ποιητές πάντοτε είχαν δύναμη να επηρεάζουν τον κόσμο. Σκέψου τον Μαγιακόφσκι, τον Νερούδα, τον Ρίτσο. Θυμήσου τις κηδείες του Παλαμά ή του Σεφέρη, όπου έγινε ο χαμός ο μεγάλος από τον λαό. Να μιλήσουμε πώς επηρεάζει ο Ρεμπώ τους Γάλλους ή ο Χέντερλιν τους Γερμανούς της εποχής μας; Όσον αφορά τώρα τους σύγχρονους... Μπορείς να μου δείξεις έναν ποιητή, άνδρα ή γυναίκα, με τα όλα τους και ψυχωμένους, που να στέκονται στο ανάστημά τους; Πλέον σκαλίζουν πάνω στο χαρτί και πληρώνουν τα τηλέφωνά τους όταν έρχονται τα Κρατικά Βραβεία. Άρα ποιος να κατέβει στους δρόμους και γιατί; Παρόλ’ αυτά είμαι αισιόδοξος. Όταν πεθάνει ο Χίρσμαν, ένας ποιητής με ψυχή, θα κατέβουν οι Αμερικανοί στους δρόμους, όπως έγινε με τον Ντάλτον και τον Γκίνσμπεργκ. Ποιητές με αληθινή κι ισχυρή φωνή, όχι μπούρδες.

- Οι εκδοτικοί οίκοι είναι μικρογραφίες της κοινωνίας;

- Η κατάσταση είναι τραγική. Για να μην είμαστε άδικοι με αυτό που είπαμε πριν, οι εκδότες έχουν χτυπηθεί πάρα πολύ γιατί δεν διαμόρφωσαν εκείνοι το παιχνίδι, δηλαδή την αγορά. Άρα έπρεπε να κινηθούν σε ένα χώρο για την κατάσταση του οποίου δεν ευθύνονται οι ίδιοι, αλλά πολιτικά συμφέροντα ή “συνάδελφοί” τους αναμεμιγμένοι με αυτά. Παρήγαγαν λοιπόν προϊόντα που ουσιαστικά δεν ήθελαν. Κεφάλαια τους έλειπαν. Και πλέον έχουν στήσει μηχανισμούς που και να θέλουν να τους διαλύσουν δεν μπορούν. Εκδίδονται σαχλαμάρες, μόνο και μόνο για να πωλήσουν. Φτιάχνονται ψεύτικα νούμερα. Άστα...

- Ποια η σχέση κι η άποψη σου με το διαδίκτυο;

- Καταρχάς το πρώτο ηλεκτρονικό βιβλίο στα ελληνικά είναι η μετάφραση του Αρχίλοχου στον “Μικρό Απόπλου”. Από κει και πέρα το διαδίκτυο είναι στα φόρτε του χωρίς να μπορώ να προβλέψω πώς μπορεί να εξελιχθεί. Σίγουρα θα κάνει τον κύκλο του. Και καταφανέστατα κυριαρχείται από το φαινόμενο της εντροπικότητας, που πλήττει τα επικοινωνιακά μέσα όπως και, κυρίως, το διαδίκτυο. Γενικά, όμως, το ίντερνετ παίζει ένα σημαντικό ρόλο στα κοινωνικά δρώμενα, γιατί η ίδια η κοινωνία το έχει ενσωματώσει στη βάση της αφού είναι ένας χώρος ελευθερίας, χωρίς κανόνες και νόμους, που ο καθένας μπορεί να ξεδιπλώσει την οποιαδήποτε πτυχή του χαρακτήρα ή ταλέντου του.

- Δώσε μου ένα πολιτικό σχόλιο.

- Αν έχουμε μια ελπίδα για να μην πάμε “αβάφτιστοι”, αυτή είναι η επανεκτίμηση του παρελθόντος του ανθρώπινου γένους, των παραδόσεων, της ιστορίας και των φιλοσοφιών-θρησκειών (σαμανισμός, σίντο, σοφισμός, κοινοτισμός). Να τα ξαναδούμε όλα ουσιωδώς, γιατί είναι τραγικό να έχουμε φτάσει στο σημείο να λέμε ότι “οι πρωτόγονοι άνθρωποι ήταν πιο ευτυχείς από εμάς”.»


Διαβάστε εδώ την πλήρη εργογραφία του Γιώργου Μπλάνα.

23 Οκτωβρίου 2023

ΣΤΕΛΙΟΣ ΦΑΪΤΑΚΗΣ (1976-2023)

Το παρόν ιστολόγιο είναι κατά κύριο λόγο αφιερωμένο στην Ποίηση. Ενίοτε, ωστόσο, ασχολείται και με άλλες μορφές Τέχνης. Η αφορμή για την παρούσα ανάρτηση δεν είναι ευχάριστη. Πριν από λίγες ημέρες πληροφορήθηκα από τις πολιτιστικές στήλες ότι απεβίωσε στις 7.10.2023 ο σπουδαίος ζωγράφος Στέλιος Φαϊτάκης.

Η πρώτη μου επαφή με το έργο του έγινε στην 1η Μπιενάλε της Αθήνας με τίτλο “Destroy Athens” το 2007, όταν αντίκρυσα μία τοιχογραφία που είχε φιλοτεχνήσει με τίτλο «Ο Σωκράτης πίνει το κώνιο». Επρόκειτο για μία τοιχογραφία μεγάλων διαστάσεων, η οποία προκαλούσε δέος στον θεατή. Από την πρώτη στιγμή που εισήλθα στον χώρο όπου εκτίθετο μου κίνησε το ενδιαφέρον και αποτελεί το έργο που ξεχώρισα από εκείνη την έκθεση. Τεράστια εντύπωση μου προκάλεσε ο συνδυασμός διαφορετικών τεχνοτροπιών, στοιχείο χαρακτηριστικό της τέχνης του Φαϊτάκη. Ο ίδιος περιέγραφε αυτό το πολύ ιδιαίτερο καλλιτεχνικό ύφος ως εξής:

«Ριζωμένος στη βυζαντινή τέχνη, ερευνώ, ανακαλύπτω και χρησιμοποιώ μια πληθώρα τρόπων καλλιτεχνικής δημιουργίας που πηγάζουν από διαφορετικές παραδόσεις, όπως τη μεξικανική μνημειακή ζωγραφική, την τέχνη του Θιβέτ, της Ιαπωνίας, τη σχολή της Φλάνδρας και άλλες. Επιπλέον, συνδυάζω τις πολιτισμικές παραδόσεις με στοιχεία που προκύπτουν από την προσεκτική παρατήρηση της σύγχρονης παγκόσμιας κουλτούρας. Σεβόμενος τις επιρροές μου, προσπαθώ ταυτόχρονα να διατηρήσω έναν αμιγώς προσωπικό χαρακτήρα και η δουλειά μου να μην αναπαράγει το ύφος των παλιών μαστόρων. Στα έργα μου χρησιμοποιώ όλων των ειδών τις επιφάνειες, σε διαφορετικές διαστάσεις, από μινιατούρες σε χαρτί μέχρι τοιχογραφίες, παντρεύοντας παραδοσιακά με σύγχρονα υλικά και τεχνικές».

Στέλιος Φαϊτάκης - «Ο Σωκράτης πίνει το κώνιο» 
(Πηγή: 
https://www.steliosfaitakis.com/)

Πράγματι, ήταν εξαιρετικός ο τρόπος που συνδύαζε όλα αυτά τα διαφορετικά στοιχεία στην τέχνη του, κατορθώνοντας αφενός να δημιουργήσει ένα εντελώς προσωπικό ύφος και αφετέρου να αποφύγει την παγίδα να παρουσιάσει ένα σύνολο παράταιρων στοιχείων. Όλες του οι επιρροές ήταν αρμονικά ενταγμένες μέσα στο έργο του, όσο ετερόκλητες κι αν ήταν. Αυτό, κατά την ταπεινή μου άποψη, ήταν και το στοιχείο που τον έκανε να ξεχωρίζει από τους ομοτέχνους του. Ακόμα κι ένας μη ειδικός, όπως εγώ, μπορούσε να διακρίνει το έργο του ανάμεσα σε δεκάδες άλλα.

Εξηγώντας τη θεματολογία, τα μέσα και τους καλλιτεχνικούς του στόχους ο Φαϊτάκης ανέφερε: 

«Θεματικά, ο πυρήνας της δουλειάς μου είναι η αποκαλούμενη “ανθρώπινη κατάσταση”, η οποία προκύπτει από τα διαρκώς αναπάντητα ερωτήματα της ύπαρξης. Σε αυτό το πλαίσιο, το έργο μου αντλεί την έμπνευσή του από τη θρησκεία και την πνευματικότητα, τη φιλοσοφία, από άλλες μορφές τέχνης, την επιστήμη, τις ανθρώπινες σχέσεις, την ιστορία κ.ά. και τοποθετεί όλα αυτά τα στοιχεία σε διάλογο μεταξύ τους με σκοπό να δημιουργήσει μια σύνθετη αφήγηση.

Η ανθρωποκεντρική ζωγραφική μου περιλαμβάνει σουρεαλιστικά στοιχεία, είναι γεμάτη από αλληγορίες και παράδοξα, χρησιμοποιεί ελεύθερα τη φαντασία ξεπερνώντας την αυστηρά λογική σκέψη. Η ειρωνεία, το δράμα, οι μεταφορές και οι συμβολικοί κώδικες αποτελούν τα περαιτέρω εργαλεία που συνεργάζονται για να δημιουργήσουν έναν γρίφο, μια παράθεση συγγενών εικόνων με αινιγματικές σχέσεις μεταξύ τους, που πάντα όμως καταλήγουν σε ένα σημείο αρμονικής ισορροπίας.

Θέλησή μου είναι να προσφέρω στον θεατή μια ευκαιρία να αποδράσει από τον ορθολογισμό που επιβάλλει η εποχή της υψηλής τεχνολογίας και της μηχανοποίησης των ανθρώπινων σχέσεων, να βρεθεί σε τόπους που βρίσκονται πέρα από τον χρόνο, να θέσει εκείνα τα ερωτήματα που θα διευρύνουν την αντίληψή του και να βελτιώσει τη σχέση του με τον κόσμο που τον περιβάλλει. Η δυτική σκέψη, τείνοντας όλο και περισσότερο προς μια μηχανιστική αντίληψη του κόσμου και του ίδιου του ανθρώπου, έχει συστηματικά απορρίψει έννοιες όπως “μαγεία” και “μυσταγωγία” υποβαθμίζοντας τη σημασία τους. Η δουλειά μου είναι εδώ για να συνεισφέρει στο να επανέλθουν εκεί όπου αισθάνομαι πως τους αξίζει να βρίσκονται, ειδικά όταν εμπλέκεται η τέχνη: στην κορυφή των φιλοφρονήσεων».

Ο πρόωρος χαμός του Στέλιου Φαϊτάκη αφήνει ένα δυσαναπλήρωτο κενό στον ελληνικό και στον παγκόσμιο εικαστικό χώρο. Τα έργα του, ωστόσο, θα αποτελέσουν στο διηνεκές έναν φάρο του καλλιτεχνικού του μεγαλείου.

Σύντομο βιογραφικό

Ο Στέλιος Φαϊτάκης γεννήθηκε το 1976 στην Αθήνα, όπου έζησε και εργάστηκε. Αποφοίτησε από την Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών (2003) με καθηγήτρια τη Ρένα Παπασπύρου στο Γ΄ εργαστήριο ζωγραφικής. Παρακολούθησε μαθήματα Αγιογραφίας, ως κατ’ επιλογήν μάθημα, με δάσκαλο τον Σώζο Γιαννούδη.

Έργα του παρουσιάστηκαν σε πληθώρα ατομικών και ομαδικών εκθέσεων στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Ενδεικτικά αναφέρονται: 1η Μπιενάλε της Ρίγας “RIBOCA” (2018), «Αντίδωρον», έκθεση του Εθνικού Μουσείου Σύγχρονης Τέχνης (ΕΜΣΤ), μέρος της Documenta 14, Κάσελ (2017), «Δικαίωμα στο μέλλον», Μουσείο Τέχνης του 20ού και 21ου αιώνα, Αγία Πετρούπολη (2017), «Τέμπλον», Μουσείο Βυζαντινού Πολιτισμού Θεσσαλονίκης (2017), «Κοινοί ιεροί τόποι», Μακεδονικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης (ΜOMus), Θεσσαλονίκη (2017), Lasco Project #6, με ανάθεση μόνιμης τοιχογραφίας στο κτήριο του Palais de Tokyo, Παρίσι (2016), “Shit and Die”, Palazzo Cavour, Τορίνο (2014), 1η Μπιενάλε του Κιέβου (2012), τοιχογραφία στην πρόσοψη του δανέζικου περίπτερου στην 54η Μπιενάλε της Βενετίας (2011), “Art in the Street”, MoCa, Λος Άντζελες (2011) και 1η Μπιενάλε της Αθήνας “Destroy Athens” (2007). Η τελευταία ατομική έκθεση του Στέλιου Φαϊτάκη έλαβε χώρα το 2018 στην γκαλερί Rabouan Moussion στο Παρίσι με τίτλο «Επιστημονικό Δόγμα».

Όλα τα στοιχεία για το έργο του Στέλιου Φαϊτάκη αντλήθηκαν από την προσωπική του ιστοσελίδα https://www.steliosfaitakis.com/.


03 Μαΐου 2013

ΑΠΕΒΙΩΣΕ Ο ΛΕΥΤΕΡΗΣ ΒΟΓΙΑΤΖΗΣ



Ένας από τους σημαντικότερους έλληνες ηθοποιούς και σκηνοθέτες, ο Λευτέρης Βογιατζής, πέθανε σήμερα σε ηλικία 68 ετών από επιπλοκές του καρκίνου. Η κηδεία του θα γίνει την Τετάρτη, 8 Μαΐου 2013, στις 5 το απόγευμα, στο Α΄Νεκροταφείο Αθηνών, ενώ, νωρίτερα, από τις 12 έως τις 4, η σορός του θα εκτεθεί σε λαϊκό προσκύνημα στο Θέατρο της Οδού Κυκλάδων.


Βιογραφία – Εργογραφία

Ο Λευτέρης Βογιατζής γεννήθηκε στην Αθήνα το 1945. Σπούδασε αγγλική φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, παρακολούθησε για δύο χρόνια το Ράινχαρτ Σεμινάρ στη Βιέννη και τελείωσε τη Σχολή Κ. Μιχαηλίδη στην Αθήνα.

Στο θέατρο εμφανίστηκε για πρώτη φορά το 1973, στον ρόλο της Γιαγιάς, στον «Κυριακάτικο Περίπατο», σε σκηνοθεσία Γ. Μιχαηλίδη. Ακολούθησαν συνεργασίες με τον Σπύρο Ευαγγελάτο, και αργότερα με την Ελεύθερη Σκηνή, σε μια προσπάθεια ανανέωσης του επιθεωρησιακού κώδικα, καθώς και με την Έλλη Λαμπέτη.

Τα χρόνια αυτά, έπαιξε πολλούς ρόλους του κλασικού κυρίως ρεπερτορίου, μεταξύ άλλων: τον 'Αλφρεντ, στις «Ιστορίες από το Δάσος της Βιέννης», την επώνυμη ηρωίδα στη «Λυσιστράτη» του Αριστοφάνη, τον Ευρυπίδη στους «Βατράχους», τον Ταρτούφο, στον «Ταρτούφο» του Μολιέρου κ.ά.

Το 1981 ίδρυσε την Εταιρία Θεάτρου «Η ΣΚΗΝΗ» με τη συνεργασία έξι ακόμα ηθοποιών. Από το 1982 έως το 1987 που λειτούργησε η «ΣΚΗΝΗ», ο Λευτέρης Βογιατζής σκηνοθέτησε και έπαιξε στα έργα: «Η Σπασμένη στάμνα» του Χ. φον Κλάιστ, «Οι Αγροίκοι» του Κάρλο Γκολντόνι, «Συμφορά από το πολύ μυαλό» του Α. Γκριμπογιέντοφ, «Σε φιλώ στη μούρη...» του Γ. Διαλεγμένου για το οποίο τιμήθηκε με το βραβείο σκηνοθεσίας Κάρολου Κουν για την περίοδο 1986-87.

Το 1988 ίδρυσε τη «Νέα Σκηνή», όπου με τη συμμετοχή νέων ηθοποιών, παρουσίασε συστηματικά έργα που καλύπτουν το τρίπτυχο: κλασικό έργο, σύγχρονο έργο αιχμής και νεοελληνικό έργο.

Παράλληλα, το 1989, στην απαρχή της ενασχόλησής του με το αρχαίο ελληνικό δράμα, ιδρύει το Εργαστήριο Αρχαίου Δράματος, σκηνοθετώντας την «Αντιγόνη» του Σοφοκλή. Μια Αντιγόνη κλειστού χώρου, όπου κυριάρχησε «η ένταση του τραγικού ψιθύρου».

Με τους μαθητές του εργαστηρίου, συνεχίζει τη διερεύνησή του στον ελληνικό ποιητικό λόγο και την «παιδική ηλικία του θεάτρου», ανεβάζοντας αυτή τη φορά την αναγεννησιακή κρητική κωμωδία «Κατσούρμπος», του Γ. Χορτάτζη.

Επιστρέφοντας στους επαγγελματίες ηθοποιούς, το 1995, ανεβάζει ένα ακόμα σύγχρονο ελληνικό έργο, τη σατιρική κωμωδία των Δημήτρη Κεχαΐδη - Ελένης Χαβιαρά, «Με δύναμη από την Κηφισιά».

Ακολουθούν επιτυχημένες παραστάσεις όπως: «Ο Μισάνθρωπος» του Μολιέρου (1996), «Ελένη» του Ευριπίδη, «Η νύχτα της κουκουβάγιας» του Γιώργου Διαλεγμένου (1998) για την οποία τιμήθηκε με το βραβείο σκηνοθεσίας «Φώτος Πολίτης» και το βραβείο Κάρολος Κουν, βραβείο της Ένωσης Ελλήνων Θεατρικών Κριτικών, «Οι Πέρσες» του Αισχύλου (1999), «Τέφρα και σκιά» του Χάρολντ Πίντερ (2000).

Το 2001 ανεβάζει για πρώτη φορά στην Ελλάδα Σάρα Κέην, το «Καθαροί πια», όπου κρατά τον ρόλο του Τίνκερ. Το 2003, σκηνοθετεί το έργο της Λούλας Αναγνωστάκη, «Σ' εσάς που με ακούτε» και για δεύτερη φορά Σάρα Κέην, το «Crave» (Λαχταρώ).

Ακολουθεί το 2004, ένας δεύτερος Μολιέρος, «Το Σχολείο των γυναικών». Το 2005 σκηνοθέτησε και έπαιξε σ’ ένα ακόμα έργο του Γιώργου Διαλεγμένου, το «Bella Venezia», για το οποίο απέσπασε το βραβείο Κριτικών Θεάτρου και Μουσικής, Κάρολος Κουν.

Το 2006 έκλεισε το Φεστιβάλ Επιδαύρου με την νέα του παράσταση της «Αντιγόνης» του Σοφοκλή, ενώ το καλοκαίρι του 2007 η παράσταση άνοιξε, αυτή τη φορά, το ίδιο Φεστιβάλ.

Το 2007, σε συνεργασία με τον Γ. Σκεύα, ανεβάζει και πρωταγωνιστεί στην «Ήμερη» του Φ. Ντοστογιέφσκι. Ακολουθούν τρία θεατρικά έργα: το «Ύστατο σήμερα» του Χάουαρντ Μπάρκερ, το «Θερμοκήπιο» του Χάρολντ Πίντερ και «Ο Τόκος» του Δημήτρη Δημητριάδη, τα οποία σκηνοθετεί και ανεβάζει ο ίδιος στο ανακαινισμένο θέατρο της Οδού Κυκλάδων.

Στον κινηματογράφο συμμετέχει σχεδόν αποκλειστικά στις ταινίες του Νίκου Παναγιωτόπουλου, με τον οποίο τον συνέδεε μία μεγάλη φιλία («Τα οπωροφόρα της Αθήνας», «Αθήνα-Κωνσταντινούπολη», «Beautiful people», «Ονειρεύομαι τους φίλους μου», «Η γυναίκα που έβλεπε τα όνειρα», «Βαριετέ», «Μελόδραμα»).

Πηγή: in.gr


Συνέντευξη του Λευτέρη Βογιατζή στον Σταύρο Διοσκουρίδη για την εφημερίδα Lifo

Γεννήθηκα στην Καλλιθέα, όπου έμεινα μέχρι την Ε' Δημοτικού. Δεν πολυέβγαινα απ’ το σπίτι. Αν πήγαινα δυο τετράγωνα παρακάτω, νόμιζα ότι πήγαινα δεν ξέρω κι εγώ πού. Κινδύνευα πολλές φορές να μη βρω το σπίτι μου, ενώ ήμουνα στον ίδιο δρόμο. Έχω κάτι περίεργες αναμνήσεις από αυτό το μέρος. Ανέβαινα σ’ ένα βουναλάκι, πίσω από το Πάντειο, και, κοιτώντας κάτω, νόμιζα ότι ήμουν σε μια μεγάλη κορυφή βουνού. Πριν από μερικά χρόνια, που είδα αυτή την ανηφορίτσα, μου φάνηκε ένα τίποτα. Έμενε εκεί η δασκάλα μουσικής του αδερφού μου - όχι δική μου, δυστυχώς. Εγώ ήμουν πολύ δειλός. Αν είχα αρχίσει μαθήματα μουσικής σε εκείνη την ηλικία, θα είχα σωθεί. Δεν θα είχα όλα αυτά τα προβλήματα αργότερα. Πολύ μυστήρια φύση είμαι. Μικρός τραγούδαγα τα πάντα. Επειδή ο αδερφός μου ασχολιόταν με την όπερα, ήξερα ατελείωτα κομμάτια απέξω. Μετά έπαψα.

Επιφανειακά ήμουν ένα παιδί με αρχές, φόβους και ανατροφή. Αλλά διαφορετικό από κάτω. Όταν το κατάλαβα, ήταν λίγο αργά, αφού αυτή η ανατροφή είχε επικρατήσει. Η ανατροφή οριζόταν στα αγόρια ως ένα είδος συνετής συμπεριφοράς, καλών βαθμών στο σχολείο, να μην αργείς πάρα πολύ το βράδυ. Όλα αυτά τα έκανα χωρίς ν’ αναρωτιέμαι, αυτόματα, με αποτέλεσμα στην τελευταία τάξη του γυμνασίου από πρώτος μαθητής να γίνω τελευταίος. Απότομα. Σκέψου πόσο έντονα το ζούσα αυτό, ώστε να πάρω αυτή την απόφαση: να κάνω σκασιαρχεία, να μπλέξω με παρέες, ξενύχτια και τέτοια. Ένα απότομο ξέσπασμα. Τότε μπήκε σε σειρά ακόμα και αυτή η ώρα του ύπνου, που είναι πρωινή.

Παρόλη την επαναστατική διάθεση της δεκαετίας του ’60, εγώ χαρακτηριζόμουν από έναν συγκρατημό. Η πλευρά της «ανατροφής» επικρατούσε στο βάθος. Δεν έδινα διέξοδο σε πράγματα πολύ τολμηρά. Γι’ αυτό και τώρα αντιλαμβάνομαι τα πολύ τολμηρά πράγματα κάθετα. Έχει ενδιαφέρον να αντιμετωπίζεις επιφανειακά την αίσθηση του κινδύνου. Τώρα την ξέρω την αίσθηση του κινδύνου από τη δουλειά μου. Παρόλο που επικράτησε η πλευρά του καλού παιδιού στη δουλειά, πρέπει συνεχώς να επαληθεύω ότι κινδυνεύω. Αλλιώς δεν μπορώ να προχωρήσω. Είναι πολύ περίεργοι οι τρόποι που βρίσκει κανείς, ώστε να εφευρίσκει πράγματα και να τα συνθέτει. Δεν κατάλαβα ποτέ πώς έφτασα στη δουλειά που κάνω. Δεν ήταν κάτι που επιδίωκα φανερά. Αν το ήξερα πως αυτό ήθελα να κάνω, θα με χάλαγε. Οτιδήποτε, αν το ήξερα από πριν, με χάλαγε. Έπρεπε να πηγαίνω κάπου επειδή κάτι με οδηγεί. Πρώτη φορά έπαιξα μετά τον στρατό. Δεν ήταν κάτι που ήθελα. Με σπρώξανε. Ίσως φοβόμουνα την απόρριψη και την αποτυχία.

Η πρώτη παράσταση που έπαιξα ήταν στο Ανοιχτό Θέατρο, που ήταν τότε εκεί που βρίσκεται τώρα το Θέατρο της Οδού Κεφαλληνίας. Ήταν η κατά Γιώργο Μιχαηλίδη ιστορία του Βόιτσεκ, που ονομαζόταν «Τα οράματα του Μπίχνερ». Μετά δούλεψα με το Αμφιθέατρο, ενώ ήταν να πάω στο Τέχνης. Λάτρευα τον Κουν και με λάτρευε, αλλά δεν συνεργαστήκαμε ποτέ. Τώρα, άμα κάτσω και το σκεφτώ, μπορώ να καταλάβω γιατί το έκανα. Μετά, έμεινα στο Αμφιθέατρο, στη συνέχεια στην επιθεώρηση με τα παιδιά του Ελεύθερου Θεάτρου, μετά στη Λαμπέτη και μετά έγινε η Σκηνή. Τέλος, έγινε Η νέα Σκηνή, όπως νέα ζωή.

Δεν είχα κανέναν λόγο να σκηνοθετήσω. Έγινε εκ των ενόντων. Είχαμε σκεφτεί κάποιον άλλον για τη Σκηνή. Μετά είπαμε, όμως, πώς θα μας σκηνοθετήσει κάποιος που δεν μας ξέρει; Κάπως έτσι έγινε κι έπεσα στα βαθιά. Αναγκάστηκα, δηλαδή, να δεχτώ κάτι που συνέβαινε. Από τότε είχα τον εαυτό μου ως ηθοποιό σε δεύτερη μοίρα, παρότι υπήρχαν στιγμές που απελευθερωνόταν ο ηθοποιός κι είχε κάποιες καλές στιγμές. Αφού βέβαια είχαν προχωρήσει οι πρόβες και η παράσταση. Αυτό έκανα ανελλιπώς μέχρι τώρα. Μόλις πρόσφατα βρήκα έναν τρόπο να χαλαρώσω και να φέρω τα πράγματα σε μια ισορροπία. Αυτό είναι άσχετο με τις επιτυχίες που είχα στο παρελθόν. Ακόμα και σήμερα δεν διατείνομαι ότι είμαι σκηνοθέτης. Δεν έχω σπουδάσει καν σκηνοθεσία. Βέβαια, βλέπουμε και τους σπουδαγμένους τι κάνουνε... Είμαι καθαρά εμπειρικός, δεν μπορώ να «μάθω» να σκηνοθετώ. Δεν μπορώ να πω ότι κάτι που έκανα σ’ ένα έργο μπορώ να το κάνω και στο επόμενο. Βρήκα ένα χαρτί μια μέρα, όπου έγραφα πώς πρέπει να γίνει μια βουβή σκηνή. Αυτό μπορούσε να οδηγήσει στη «μέθοδο Βογιατζή», πλην όμως δεν έγινε ποτέ.

Έχω τεράστια ανάγκη την επαλήθευση για να προχωρήσω. Μην το εκλάβεις ως κάτι ορθολογικό. Η επαλήθευση είναι απαραίτητη τόσο στην επιστήμη όσο και στην τέχνη. Μιλάω καθαρά για την καλλιτεχνική δημιουργία. Επαληθεύεις ότι σωστά ανταποκρίνεται μέσα σου αυτό που κάνεις. Δεν μου αρέσουν οι μέθοδοι και η διδασκαλία. Δεν πιστεύω ότι μπορώ να σε μάθω κάτι. Μπορώ μόνο με πλάγιο τρόπο να δω αν εσύ σκαμπάζεις. Παλιότερα δεν το ήξερα, ήμουν πολύ επίμονος και μανιακός. Τότε, από την ανάγκη ν’ αποκτούν οι παραστάσεις μια ροή, μια αισθητική και μια υπόγεια μουσικότητα, μπορούσα να σου πω «κάνε αυτό ακριβώς».

Μου αρέσουν περισσότερο οι πρόβες από την παράσταση. Όλη αυτή η διαδικασία της ανακάλυψης. Σε ενδιαφέρει να δεις πού βρίσκεσαι, τι κάνεις, τι κάνουν οι άλλοι. Να αποκτήσεις αυτή την ευχαρίστηση που είναι μια πολύ μυστήρια έννοια, εφόσον μπορεί να τη νιώθουν και οι ατάλαντοι. Τι σημαίνει, όμως, ευχαρίστηση; Το ότι μπορούμε να κάνουμε ό,τι θέλουμε; Όμως όχι, δεν μπορούμε να κάνουμε ό,τι θέλουμε - και τότε ακριβώς είμαστε πραγματικά ελεύθεροι. Αλλιώς, είμαστε ασύδοτοι.

Βεβαίως, θα ήταν απόλυτα δικαιολογημένο να σου πω να κάνεις αυτό ακριβώς. Στη χώρα μας και στον χώρο μας υπάρχει αυτή η υποκειμενική δυσκολία τού να ξέρεις ότι χρειάζεται να δουλέψεις. Δουλεύω σημαίνει μπαίνω σε περιοχές που δεν τις κατέχω. Βλέπω κάποιους ηθοποιούς στην τηλεόραση, που υποτίθεται ότι έχουν ταλέντο, και παραμένουν αναλλοίωτοι. Εντάξει, στην τηλεόραση δεν σου ζητάνε και τίποτα το ιδιαίτερο, αλλά έτσι αρχίζεις και συνηθίζεις το να μη σου ζητάνε. Είναι όπως λέγανε παλιά για μια γνωστή ηθοποιό: «Μην κοιτάς που παίζει έτσι στην παράσταση, στις πρόβες είναι εκπληκτική. Αλλά στην παράσταση αναγκάζεται να προσαρμοστεί σε αυτό που θέλει το κοινό». Δεν μπορεί να ισχύει αυτό το πράγμα. Αν αποφασίσεις να είσαι καλός, δεν μπορείς να κάνεις ύστερα εκπτώσεις.

Δεν είμαι κανένας βαρεμένος που διατείνεται συνέχεια ότι τα πράγματα πρέπει να είναι υψηλού επιπέδου. Η έννοια αυτή δεν περιέχεται στη γλώσσα που χρησιμοποιώ. Για υψηλό επίπεδο και πνευματικότητα μιλά ο πάσα ένας. Έχουν χάσει το νόημά τους οι λέξεις. Ο καθένας έχει το δικό του μέτρο, το οποίο μπορεί να είναι αποδεκτό, μπορεί και όχι. Όμως κάπου υπάρχει μια περίεργη, υπόγεια αίσθηση μιας πιο αναλλοίωτης πραγματικότητας. Θα μπορούσα να τη συγκρίνω με αυτό που νιώθω για τους θεατές, όταν απογοητεύομαι από αυτούς. Σκέφτομαι καμιά φορά ότι έχει μεγάλη σημασία να παίρνεις δύναμη απευθυνόμενος στον ιδανικό σου θεατή: σε αυτόν που με κατραπακιάζει μεν, όχι όμως όπως οι κριτικοί...

Δεν μπορεί ν’ αλλάξει τίποτα σε αυτήν τη χώρα. Είναι συνηθισμένος ο πυρήνας των ανθρώπων σε λειτουργίες συμφεροντολογικές. Είναι διχασμένοι οι άνθρωποι. Με τον ίδιο τρόπο που μπορεί ένας κριτικός θεάτρου να γράψει τα καλύτερα για τους φίλους του, χωρίς να το πιστεύει. Να το υποστηρίζει, χωρίς να το πιστεύει. Με την ίδια ευκολία που απογειώνει μετριότητες, καταβαραθρώνει αυτούς που αξίζουν. Έτσι οι άνθρωποι χάνουν το γούστο τους. Δεν έχουν πια γούστο κι αυτό γίνεται συνήθεια. Αποκτάς μια σιγουριά και γίνεσαι πρόχειρος. Δεν μπορείς να γράφεις ψέματα ότι σου αρέσει κάτι που στην πραγματικότητα δεν αξίζει. Για να μπορέσω να σε πείσω για κάτι που δεν αξίζει, μπαίνω στην ίδια διαδικασία που μπαίνει ένας ηθοποιός. Άμα το κάνω εκατό φορές, γίνομαι στο τέλος αυτό που παριστάνω. Έτσι, εγώ μεν πιστεύω αυτό που γράφεις, αλλά η τιμωρία σου είναι ότι γίνεσαι κακόγουστος. Αυτό είναι μέσα στην κοινωνία. Θέλαμε να σπουδάσουμε όλοι και να τι έγινε. Δεν είναι κακό αυτό, κακό είναι το να θες να γίνεις αγρότης και η μάνα σου να λέει «όχι κι αγρότης το παιδί μου!». Έμαθα ότι μια μητέρα ζήτησε ν’ αλλάξει το έργο που θα παιζόταν στο σχολείο, επειδή ο γιος της δεν είχε μεγάλο ρόλο. Αυτό πώς θα γίνει ν’ αλλάξει; Αλλάζουν οι γονείς; Προσωπικά π.χ. είχα πρόβλημα με τη μητέρα μου, δεν την άφηνα να έρθει να με δει. Μου έλεγε «στο Ηρώδειο, όμως, θα έρθω. Δεν θα με καταλάβεις σε τόσο κόσμο». «Κανείς λάθος», της απαντούσα, «εγώ έχω εθιστεί στο να ψάχνω να δω αν είσαι από κάτω ή όχι. Θα σε βρω και θα διακόψω την παράσταση». Με τον πατέρα μου δεν είχα πρόβλημα.

Η τελειομανία είναι συχνά κάτι στείρο. Γι’ αυτό δεν είναι σωστή λέξη γι’ ανθρώπους που πραγματικά επιθυμούν να προχωρήσουν. Αλλά έχει όντως αρχίσει να καταντάει κάτι αρνητικό, ενώ είναι θετικότατο. Επειδή το αναφέρουν αρκετές φορές για μένα, σημασία έχει να σκέφτεσαι ποιοι είναι αυτοί που το γράφουν και γιατί. Δεν έχει σημασία να σκέφτεσαι αυτό που λένε. Αυτό είναι μια ευκολία. Παλιά με ενοχλούσαν αυτά που έγραφαν. Επειδή ήμουν πιο ανασφαλής. Τώρα δεν με νοιάζει, γιατί δεν θα με βάλει σε μια τέτοια ιστορία κάποιος που είναι τόσο μακριά από τα πράγματα.

Μπορώ με κάποιον να προσπαθώ να συνεργαστώ για τρεις μήνες. Ε, όταν μπει ο τέταρτος, χάνεται η δυνατότητα. Έτσι γίνονται και οι πολλές παρεξηγήσεις. Αρρώστησα από αυτό το πράγμα και κατάλαβα ότι δεν γίνεται να ζητάς από τον άλλον κάτι που δεν μπορεί να κάνει. Εμένα η ανάγκη μου ήταν πάντα να συνεργάζομαι με ανθρώπους που να βρισκόμαστε στο ίδιο μήκος κύματος. Αυτό είναι πάρα πολύ δύσκολο, οπότε «ίδιο μήκος» σημαίνει κάτι άλλο πια. Δεν μπορώ να δουλεύω εγώ είκοσι ώρες κι εσύ δύο και να πιστεύουμε ότι είμαστε στο ίδιο μήκος. Ομαδικό σημαίνει να μπορεί να είναι ο καθένας αυτό που είναι. Δεν γίνεται με το ζόρι. Ομαδικό είναι να δέχομαι ότι εγώ δουλεύω είκοσι ώρες κι εσύ δύο. Η δουλειά είναι από τη φύση της ομαδική. Μη βλέπεις ότι είναι μοδάτο να μαζεύονται δέκα νέοι και να δουλεύουν. Από τη μεγάλη ανάγκη για ομαδικότητα έφτασα σήμερα να κάνω το αντίθετο... Ομαδικότητα είναι η αποδοχή τού τι ανήκει στον καθένα.

Όσο περνούν τα χρόνια, θέλω η παράσταση ν’ ανεβαίνει όσο πιο σύντομα γίνεται. Ακόμα κι ανέτοιμη. Από έλληνες θεατρικούς συγγραφείς μού αρέσουν πάντα ο Διαλεγμένος και η Λούλα. Επίσης, ο Κεχαΐδης ο συγχωρεμένος. Υπάρχουν κάποιες ενδιαφέρουσες φωνές τα τελευταία χρόνια, όπως ο Μιχάλης ο Βιρβιδάκης, που θα ανεβάσω έργο του χρόνου. Θυμάμαι πως όταν έκανα το «Σε φιλώ στη μούρη» του Διαλεγμένου, διάβαζα το έργο κι έλεγα ότι αυτή είναι η γλώσσα μου. Δεν το καταλάβαινα. Αυτήν τη λέξη τη χρησιμοποιώ, την ακούω, τη λέω, στο θέατρο, όμως, μου είναι κάτι άγνωστο. Ξεκίνησα τη σχέση μου με τα ελληνικά έργα, διαπιστώνοντας ότι η γλώσσα μού είναι κάτι το άγνωστο. Και δεν ήταν λάθος, γιατί αν τη θεωρούσα γνωστή, θα έβγαινε κάτι πολύ κοινότοπο.

Δεν με συγκινούν τα ωραία. Με συγκινεί η χώρα μου γιατί την έχω συνηθίσει. Παρόλο που μου αρέσει πάρα πολύ η Ζυρίχη. Έχει απίστευτα πράγματα αυτή η χώρα. Αθέατες οντότητες κρατούν κάτι. Γιατί οι γνωστές είναι καταβαραθρωτικές. Έχουν επικρατήσει ένας ζαμανφουτισμός και η καλλιέργεια αυτού του εγωιστικού και συμφεροντολογικού αισθήματος που δημιουργεί άλυτες καταστάσεις. Είχα κάθε ευκαιρία, και πολύ καλές καλλιτεχνικά, να φύγω εξωτερικό. Σχεδόν δεν θέλησα. Έβρισκα τρόπους να μην πηγαίνω. Θα ήταν ενδιαφέρον να πήγαινα, αλλά δεν ένιωσα ποτέ ότι έχω λύσει κάτι βασικό εδώ. Μια φορά, ένα πολύ μεγάλο θέατρο μου έκανε μια πρόταση και μου έστειλε ηθοποιούς να διαλέξω. Όταν τους είδα, έκανα την πολύ ηλίθια σκέψη ότι με αυτούς θα έχω τελειώσει την παράσταση σε δεκαπέντε μέρες. Μα, είναι δυνατόν να κάνω εγώ παράσταση σε δεκαπέντε μέρες; 


01 Ιουνίου 2011

ΜΝΗΜΗ ΓΙΑΝΝΗ ΒΑΡΒΕΡΗ

Πριν από λίγους μήνες είχα την τύχη να συνομιλήσω για λίγα λεπτά τηλεφωνικώς με τον Γιάννη Βαρβέρη. Του είχα στείλει το βιβλίο μου και μπήκε στον κόπο (χωρίς να έχει καμία υποχρέωση) να μου πει δυο λόγια σχετικά. Μου επεσήμανε τα θετικά καθώς και τα αρνητικά σημεία, δίνοντάς μου συμβουλές για να βελτιώσω τη γραφή μου. Κλείνοντας θέλησε να με ενημερώσει ότι δε θα μπορούσε να γράψει κάτι για τη συλλογή μου στα περιοδικά που αρθρογραφούσε καθώς, όπως μου εξήγησε, έπρεπε να γίνει μια επιλογή. Μου έδωσε την εντύπωση ενός ανθρώπου ευγενικού, που αντιμετώπιζε με πατρική στοργή και κατανόηση τους νέους, επίδοξους ποιητές. Σε καμία στιγμή δεν αισθάνθηκα ότι με αντιμετώπισε υποτιμητικά ή ότι προσπαθούσε να με ειρωνευτεί ή να με μειώσει. Και μόνο το γεγονός ότι θεώρησε σκόπιμο να επικοινωνήσει μαζί μου, σε αντίθεση με άλλους «περισπούδαστους» λογοτέχνες που απαξιούν να διαβάσουν τα έργα των νέων, λέει πολλά για την ποιότητα του χαρακτήρα του, όσο μπορώ να κρίνω από αυτή τη σύντομη επαφή που είχα μαζί του.

Αν και οι βραβεύσεις συνήθως δεν αντικατοπτρίζουν την αξία ενός λογοτέχνη, ο Γιάννης Βαρβέρης ήταν από τους λίγους που πρόλαβαν να τιμηθούν για το έργο τους και για την προσφορά τους στα ελληνικά γράμματα όσο ήταν εν ζωή. Πρόσφερε πολλά αλλά είμαι σίγουρος ότι είχε ακόμη περισσότερα να δώσει. Θα ήθελα να εκφράσω τα συλλυπητήριά μου στους οικείους του που έχασαν τόσο νωρίς έναν τόσο σπουδαίο άνθρωπο.


Γιάννης Βαρβέρης (1955-2011)
Πηγή Φωτογραφίας: http://www.vimadiplomaton.gr/?page=articles&sub_category=25