Στο βίντεο που ακολουθεί μπορείτε να με ακούσετε να διαβάζω ένα ποίημα από την ποιητική συλλογή της Κατερίνας Ατσόγλου «Το βάρος της μοναξιάς» (Εκδόσεις Βακχικόν) με τίτλο «Τόσα χρόνια ζούσες χωρίς να σου λείπω».
Στο βίντεο που ακολουθεί μπορείτε να με ακούσετε να διαβάζω ένα ποίημα από την ποιητική συλλογή της Κατερίνας Ατσόγλου «Το βάρος της μοναξιάς» (Εκδόσεις Βακχικόν) με τίτλο «Τόσα χρόνια ζούσες χωρίς να σου λείπω».
Μετά από μία επιτυχημένη παρουσία στον χώρο της πεζογραφίας με τον μονόλογο «ψάχνοντας ανθρώπους» και το ψυχογράφημα–μυθιστόρημα «Η πολυθρόνα» (Εκδόσεις Λυκόφως 2015 και 2018 αντίστοιχα), η Μαρία Σταυροπούλου κάνει την παρθενική της εμφάνιση στον χώρο της Ποίησης με τη συλλογή με τίτλο «παρΑνοϊκός δολοφόνος λέξεων».
Το εξώφυλλο του βιβλίου, στο οποίο δεσπόζει μια απόκοσμη ανθρώπινη μορφή, μας προϊδεάζει γι’ αυτό που θα ακολουθήσει. Πενήντα τέσσερα ποιήματα, μικρές ιστορίες όπως προτιμά να τα αποκαλεί η ποιήτρια, διατρέχουν την απόσταση ανάμεσα στη λογική και την παράνοια, ανάμεσα στο «εγώ» και το «εμείς», ανάμεσα στον πόνο και την αγάπη, ζώντας, όπως αναφέρεται και στο οπισθόφυλλο του βιβλίου, «σε μία δυστοπική πλέον κοινωνία».
Η συλλογή χωρίζεται σε τρεις ενότητες. Η πρώτη ενότητα, με τίτλο «παρΑνοϊκός», απαρτίζεται από ποιήματα που ακροβατούν μεταξύ λογικής και παραφροσύνης. Το πρώτο ποίημα με τίτλο «Γένεση» (σελ. 9) μας παρουσιάζει τα βασικά στοιχεία που συνθέτουν το ποιητικό σύμπαν της Σταυροπούλου. Αφήγηση σε α΄ πρόσωπο, χρήση της φόρμας του πεζοποιήματος, έντονη εικονοποιία, κοινωνική ευαισθησία. Το ποιητικό υποκείμενο συνειδητοποιεί, πολλά χρόνια μετά τη γέννησή του, τη διαφορετικότητά του και διαπιστώνει ότι δεν είναι αποδεκτό από το κοινωνικό σύνολο: «Πάντα οι άνθρωποι κοιτούν αηδιασμένοι το διαφορετικό/Πάντα το καταδικάζουν και το σκοτώνουν με τον τρόπο τους».
Στο ποίημα που ακολουθεί με τίτλο «Γέννηση» (σελ. 11) κάνουν την εμφάνισή τους κάποια στοιχεία που λειτουργούν ως επαναλαμβανόμενα μοτίβα εντός του βιβλίου. Το μαχαίρι, το κοράκι, το δρεπάνι, η κλειδαριά, το δέντρο αποτελούν σύμβολα της βίας, του θανάτου, του εγκλωβισμού και του φυσικού κόσμου αντίστοιχα και διαδραματίζουν κεντρικό ρόλο στη σκηνική οικονομία της συλλογής. Τα συναντάμε σε πολλά από τα ποιήματα που ακολουθούν ως οδοδείκτες της πορείας του ποιητικού υποκειμένου.
Στο ποίημα με τίτλο «Θεατής» (σελ. 14) το φεγγάρι λειτουργεί ως η μόνη διέξοδος από τη μοναξιά. «Μια φωτεινή τρύπα στον ουρανό» που προσφέρεται ως οδός διαφυγής από ένα σπίτι όπου οι τοίχοι «ρουφάνε το οξυγόνο». Το στρώμα του κρεβατιού απορροφά την πρωταγωνίστρια, η οποία θεωρείται πλέον εξαφανισμένη. Πασχίζει να δηλώσει την παρουσία της αλλά αυτό είναι αδύνατο. Τα πράγματα αποκτούν ανθρωπόμορφα χαρακτηριστικά: «Θέλουν να μοιράσουν τα ρούχα μου στους έχοντες ανάγκη/Αυτά δεν θέλουν/Κλαίνε, ξέρουν πού βρίσκομαι». Πρόκειται για ένα στοιχείο που χαρακτηρίζει την ποίηση της Σταυροπούλου. Τα αντικείμενα αντιμετωπίζονται ως έμβια όντα, που άλλοτε συμπάσχουν με το ποιητικό υποκείμενο και άλλοτε συμμετέχουν στον βασανισμό του. Εν τέλει, επέρχεται ο θάνατος. Όμως, ακόμα και κατά τον ύστατο αποχαιρετισμό κυριαρχεί η μοναξιά: «Στην κηδεία μου δεν ήρθε κανείς/Ήμουν κι εκεί μοναχή».
Στο ποίημα με τίτλο «Ανισορροπία» (σελ. 19), το ποιητικό υποκείμενο ως σύγχρονος Οιδίπους Τύραννος αφαιρεί τα μάτια του με τα ίδια του τα χέρια. Όχι, όμως, ως τιμωρία για τις πράξεις του αλλά γιατί δεν αντέχει «την ασχήμια του κόσμου». Οι βολβοί των ματιών τοποθετούνται ως μανικετόκουμπα σε ένα μαύρο πουκάμισο και καθοδηγούν την κάτοχό τους. Η κίνηση αυτή προσφέρει μια αίσθηση υπερηφάνειας («Βγήκα στον δρόμο περήφανη για τη φορεσιά μου και τη μορφή μου») αλλά απορρίπτεται από το κοινωνικό σύνολο («Κάποιοι άνθρωποι με κοιτούσαν απορημένοι/Κάποιοι άλλοι με αποστροφή, μα δεν καταλάβαινα το γιατί/Ίσως επειδή έβλεπα όσα ήθελα να δω/Ίσως επειδή δεν ήμουν σαν αυτούς»). Για άλλη μια φορά, η διαφορετικότητα προκαλεί τη μη αποδοχή από τους «κανονικούς» ανθρώπους.
Στο ποίημα με τίτλο «Κενό» (σελ. 31) κάνουν την εμφάνισή τους «οι άνθρωποι με τις άσπρες μπλούζες». Η εμπειρία της νοσηλείας και η διάδραση με τους εκπροσώπους του ιατρικού επαγγέλματος αποτελεί άλλη μία σταθερά στη θεματολογία της συλλογής. Οι άνθρωποι αυτοί «δεν έχουν μορφή, δεν έχουν πρόσωπο». Συμβολίζουν την αναλγησία και την αδιαφορία για τον άνθρωπο που υποφέρει. Εγκλωβίζουν το ποιητικό υποκείμενο («Με κρατούν καθηλωμένη σε ένα κρεβάτι»). Μόνη διέξοδος το άλμα στο κενό («Τα χαράματα θα δραπετεύσω από το μπαλκόνι/Θα γίνω ένας ήχος στη σειρήνα του ασθενοφόρου που θα σιγήσει για πάντα»).
Η δεύτερη ενότητα, με τίτλο «δολοφόνος», απαρτίζεται από ποιήματα όπου κυριαρχεί η σκοτεινή πλευρά του ανθρώπινου ψυχισμού. Στο ποίημα με τίτλο «Συλλέκτης» (σελ. 43), το ποιητικό υποκείμενο, εν είδει κατά συρροή δολοφόνου, σκοτώνει τους εραστές του με τα ίδια του τα χέρια, χωρίς να αισθάνεται ενοχές. Συλλέγει ένα κομμάτι από το σώμα του καθενός στην προσπάθειά του να φτιάξει τον τέλειο εραστή. Ο τελευταίος νεκρός εραστής έχει, ωστόσο, καλύτερη τύχη από τους προηγούμενους. Ο θάνατός του προκαλεί πραγματική θλίψη στη δολοφόνο και το ταριχευμένο σώμα του γίνεται η παρέα της. Φαίνεται να μετανιώνει για την πράξη της («Ήταν η μοναδική μου παρέα και τον σκότωσα») και να ολοκληρώνει τον κύκλο του θανάτου («Ήταν ο τελευταίος μου φόνος και η τελευταία μου καληνύχτα»).
Το ποίημα με τίτλο «Εξάτμιση ψυχών» (σελ. 46) θίγει το ζήτημα της κακοποίησης. Η γυναίκα-θύμα δέχεται ένα τηλεφώνημα από τον κακοποιητή της που ετοιμάζεται να αφήσει την τελευταία του πνοή και την καλεί να τον επισκεφθεί, ώστε να βιώσει τον χαμό του ως μία ύστατη απολογία για τις αποτρόπαιες πράξεις του. Η γυναίκα ανακαλεί στη μνήμη της τα όσα έχει υποστεί αλλά αποφασίζει να ικανοποιήσει την τελευταία του επιθυμία. Καθώς η ψυχή και το σώμα του κακοποιητή απορροφώνται από τον καναπέ, ένα φως λούζει το δωμάτιο. Η αποχώρησή του από τη ζωή λυτρώνει (;) το θύμα. Το ερωτηματικό αναφορικά με το γεγονός της λύτρωσης τίθεται από την ίδια την ποιήτρια, η οποία μοιάζει να υπονοεί ότι οι μνήμες της κακοποίησης δεν υποχωρούν ούτε μετά τον βιολογικό θάνατο του θύτη.
Στο ποίημα με τίτλο «Διαφορετικότητα» (σελ. 54), η ποιήτρια επιστρέφει για τελευταία φορά σε αυτή τη συλλογή στο ομώνυμο θέμα. Κεντρικό πρόσωπο του ποιήματος ένας άνθρωπος με ρολόι αντί για πρόσωπο που αποζητά τη στοργή χωρίς ανταπόκριση. Η διάχυτη απανθρωπιά τον αναγκάζει να σπάσει τους δείκτες του προσώπου του και να τους καρφώσει στην καρδιά του. Ακόμη κι έτσι όμως, οι άνθρωποι τον αντιμετωπίζουν με παγερή αδιαφορία. Ενώ κείτεται νεκρός, οι άνθρωποι τον ποδοπατούν, ώσπου τελικά πνίγονται όλοι τους στο αίμα του. Για άλλη μια φορά, η Σταυροπούλου κρούει τον κώδωνα του κινδύνου. Οφείλουμε να αφουγκραστούμε και να αγκαλιάσουμε τη διαφορετικότητα, όσο ακατανόητη κι αν μας φαίνεται, προτού η μισανθρωπία μάς πνίξει όλους.
Στα ποιήματα των σελίδων 66 και 67 επανέρχεται το θέμα του διαμελισμού. Αυτή τη φορά, όμως, δεν είναι οι εραστές που τέμνονται σε κομμάτια αλλά το ποιητικό υποκείμενο («Με τεμαχίζω ανελέητα λυτρωτικά», από το ποίημα «Είμαι η λέξη» / «Με διαμελίζω και με σκορπάω», από το ποίημα «Τέλος»). Ο διαμελισμός είναι ένας τρόπος για να αποφευχθούν οι αδιέξοδοι έρωτες. Η απουσία του σώματος αφαιρεί από τον Άλλο το αντικείμενο του πόθου αλλά, ταυτόχρονα, αποτρέπει το ποιητικό υποκείμενο από το να παρασυρθεί σε σχέσεις που αποδείχθηκαν αναξιόπιστες στο παρελθόν.
Η τρίτη ενότητα, με τίτλο «λέξεων», απαρτίζεται από ποιήματα που αφήνουν στον αναγνώστη μια χαραμάδα αισιοδοξίας, πάντα, βεβαίως, με τον δικό τους ιδιαίτερο τρόπο. Στο ποίημα με τίτλο «Παζλ» (σελ. 73) επανερχόμεθα στο θέμα του διαμελισμού, το οποίο, ωστόσο, εδώ αποκτά μια άλλη διάσταση («Με τεμαχίζω […]/Κάθομαι στο πάτωμα και κολλάω με τις ώρες τα κομμάτια μου […]/Φτιάχνω το παζλ του εαυτού μου ξανά και ξανά/Μετά από όλα αυτά είμαι ένας νέος άνθρωπος»). Ο διαμελισμός οδηγεί σε μία ανασύνθεση του εαυτού, σε μία «Αναγέννηση», όπως επιγράφεται ένα από τα ποιήματα που ακολουθούν (σελ. 79).
Στο εν λόγω ποίημα, το ποιητικό υποκείμενο προχωρά σε μια τελετουργική θανάτωση του εαυτού του, προκειμένου να κάνει μια νέα αρχή («Τινάζω τα μυαλά μου στον αέρα […]/Προσποιούμαι ότι είμαι νεκρή […]/Δεν θα με σκοτώσω/Ετοιμάζω την αναγέννησή μου»). Η θέληση για ζωή πιστοποιείται, άλλωστε, και από το μήνυμα («θ-έ-λ-ω ν-α ζ-ή-σ-ω») που σχηματίζεται από τα μεμονωμένα έντονα γράμματα που είναι διασκορπισμένα στους 16 πρώτους στίχους του ποιήματος.
Η θετική διάθεση που εκφράστηκε μέσα από το προηγούμενο ποίημα μετουσιώνεται σε καταγγελτική διάθεση στο ποίημα με τίτλο «Οι άνθρωποι» (σελ. 86). Σε έντονο ύφος, η ποιήτρια χαρακτηρίζει τους ανθρώπους «μια σύμβαση ηλιθίων μιας βολεμένης γενιάς» και «αρρωστημένα εγώ που προσπαθούν να γίνουν εμείς», καθώς «αναμασούν ωσάν μηρυκαστικά χιλιοειπωμένες υποσχέσεις». Μέσα σε αυτή τη δυστοπική, όπως προαναφέρθηκε, κοινωνία, η Σταυροπούλου καλεί τον αναγνώστη να πάρει θέση: «Διάλεξε σε ποια πλευρά της ζωής θα είσαι». Ή με το είναι ή με το φαίνεσθαι.
Στο ποίημα με τον αινιγματικό τίτλο «-Π-» (σελ. 90) η ποιήτρια αφήνει να διαφανεί η πιο ρομαντική πλευρά της γραφής της («Με αγκάλιαζες σφιχτά σαν από φόβο μη με κλέψει η αυγή που ζύγωνε/Κι εγώ χανόμουν στην αγκαλιά σου και αφηνόμουν στην ηδονή των κορμιών μας»). Η κατάληξη της σχέσης μπορεί να μην είναι ευτυχής αλλά και μόνο η αναφορά της δημιουργεί μια καλοδεχούμενη εναλλαγή συναισθημάτων.
Η συλλογή ολοκληρώνεται με το ποίημα «Αιώνια πάλη» (σελ. 93). Το ποιητικό υποκείμενο διατρανώνει την αντίθεσή του προς το υφιστάμενο status quo («Η κοινωνία σας μου προκαλεί ασφυξία») αλλά δηλώνει ταυτόχρονα τη διάθεσή του να αγωνιστεί για ένα πιο φωτεινό μέλλον («Είμαι πολεμιστής/Πολεμάω το βολικό σας σκοτάδι»). Ο αγώνας αυτός είναι αέναος («Δεν υπάρχει τέλος/Μόνο η αρχέγονη γέννησή μας»). Η μαχητική διάθεση με την οποία κλείνει το εν λόγω ποίημα υποδηλώνει τη θετική στάση της Σταυροπούλου, η οποία, παρά τις αντιξοότητες, επιμένει να αντιμετωπίζει τη ζωή με μια αισιόδοξη ματιά.
Με την ποιητική συλλογή «παρΑνοϊκός δολοφόνος λέξεων» η Μαρία Σταυροπούλου εισέρχεται δυναμικά στον χώρο της Ποίησης. Ο ποιητικός χείμαρρος που εξαπολύεται μέσω του βιβλίου (είναι χαρακτηριστική η σχεδόν παντελής απουσία στίξης) ενδείκνυται για αναγνώστες με γερά νευρά και γερό στομάχι. Αποζημιώνει, όμως, τους τολμηρούς με στίχους που μιλούν απευθείας στην ψυχή. Η Σταυροπούλου σκιαγραφεί την εικόνα της ζοφερής πραγματικότητας αλλά εξακολουθεί να ελπίζει, καθώς μπορεί να «ολισθαίνουμε επικίνδυνα/στο κενό μα συνεχίζουμε να αναπνέουμε ακόμη» («Εγκλεισμός», σελ. 91) ενόσω διεξάγουμε την «αιώνια πάλη» για ζωή.
Πρώτη δημοσίευση: Literature.gr
Δύο χρόνια μετά την έκδοση του βιβλίου του με τίτλο «Τα λεπτά της σιωπής» (Εκδόσεις Κάκτος, 2023), ο ποιητής, φιλόλογος και κριτικός λογοτεχνίας, Δημήτρης Μπαλτάς, μας παρουσιάζει τη νέα, έκτη κατά σειρά, ποιητική του συλλογή με τίτλο «Υπό καθεστώς ομηρίας».
Το εξώφυλλο του βιβλίου κοσμεί ένα έργο της Ελληνίδας ζωγράφου Αγγελικής Μουρτά, στο οποίο κυριαρχούν τρία διακριτά χρώματα: το γαλάζιο, το κίτρινο και το πράσινο. Θα μπορούσε κανείς να ισχυριστεί ότι τα τρία χρώματα συμβολίζουν, τρόπον τινά, τους τρεις θεματικούς άξονες γύρω από τους οποίους κινείται η συλλογή, δηλαδή τον έρωτα, την ανθρώπινη ύπαρξη και την κοινωνικοπολιτική πραγματικότητα. Οι τρεις αυτοί άξονες σχηματίζουν, ωστόσο, ένα ενιαίο νοηματικό σύνολο, σε αντιστοιχία με τα τρία προαναφερθέντα χρώματα, τα οποία σχηματίζουν με τη σειρά τους ένα ενιαίο αισθητικό σύνολο.
Όπως προαναφέρθηκε, ένα από τα βασικά ζητήματα που απασχολούν τον ποιητή είναι το ζήτημα του έρωτα. Σε συμφωνία με τις προηγούμενες συλλογές του Μπαλτά, ο έρωτας εμφανίζεται και πάλι ως κάτι το αποσπασματικό, το εφήμερο. Ως ένα πυροτέχνημα που φεγγοβολά μέσα στη νύχτα αλλά εξαφανίζεται αφήνοντας μια αίσθηση ανεπάρκειας. Το συναίσθημα αυτό είναι ιδιαίτερα έντονο στο ποίημα με τίτλο «Παράφορα» (σελ. 12). Οι επίδοξοι εραστές συναντιούνται μέσα στην παγερή νύχτα «γυρεύοντας καταφύγιο προσώρας». Το αντικείμενο του πόθου του ποιητικού υποκειμένου φωτοβολεί «απ’ την έξαψη» και το σώμα του «φλογίζει – ποίημα αναμμένο». Ωστόσο, οι συναντήσεις αυτές αποπνέουν μία αίσθηση προσωρινότητας.
Η αναπόφευκτη κατάληξη αυτής της αίσθησης παρουσιάζεται στο παράπλευρο ποίημα με τίτλο «[Είναι πικρό…]» (σελ. 13). Το προσωρινό δίνει εδώ τη θέση του στην πίκρα γι’ αυτούς που αγαπήσαμε αλλά μας ξέχασαν, γι’ αυτούς που μας απαρνήθηκαν, γι’ αυτούς που «συνεχίζουν αμέριμνοι τη ζωούλα τους». Για τον ποιητή αυτή είναι η λογική εξέλιξη των πραγμάτων, καθώς, όπως αναφέρει στον καταληκτικό στίχο του ποιήματος, «είναι πικρό το αναπότρεπτο».
Χέρι-χέρι με την ερωτική επιθυμία βαδίζει η μοναξιά, όπως δηλώνεται στο υπέροχο ποίημα με τίτλο «Πραμάτεια» (σελ. 16):
Τις νύχτες που γυρεύουμε τρόπους
να βολέψουμε το πάθος μας
ξεπουλάμε όσο όσο
κι αξιοπρέπεια κι εγωισμό
για μια σάρκα ναρκωτική
για λίγες ρανίδες ηδονής.
Έπειτα φουντώνει η μοναξιά και μας καίει.
Το ίδιο ζήτημα θίγει ο Μπαλτάς και στο ποίημα με τίτλο «Αμυχή» (σελ. 30). Αφού διατρανώνει και πάλι την πεποίθησή του για το εφήμερο του έρωτα («Δεν μπορώ να παγώσω τη στιγμή»), το ποιητικό υποκείμενο μοιραία εγκαταλείπει το αντικείμενο του πόθου του το ξημέρωμα και, καθώς αντικρύζει τις αμυχές από την ερωτική περιπέτεια που προηγήθηκε, συνειδητοποιεί ότι «σε κάθε αθώα αμυχή βρίσκει τρόπο να τρυπώνει η μοναξιά».
Μια άλλη πολύ ενδιαφέρουσα πτυχή του έρωτα πραγματεύεται ο ποιητής στο ποίημα με τίτλο «Σε μια κωμόπολη λίγο έξω από την Αθήνα» (σελ. 23). Η μη αποδοχή των ερωτικών επιλογών ενός ανθρώπου από το κοινωνικό σύνολο τον ακολουθεί έως την τελευταία του κατοικία. Ο ποιητής μάς μεταφέρει σε ένα σκηνικό κηδείας σε μια επαρχιακή πόλη. Το ζευγάρι των εραστών που παρευρίσκεται στον καφέ της παρηγοριάς δεν ανταλλάσσει κουβέντα. Τους προβληματίζει, όμως, το ίδιο πράγμα. Όχι ο φόβος του θανάτου, όπως θα περίμενε κανείς, αλλά ο φόβος για «τα λόγια που θ’ ακολουθήσουν, τα βλέμματα, την επιτίμηση, τη σούμα». Ο κοινωνικός ρατσισμός μάς ακολουθεί κατά πόδας, ως το τέλος.
Τον δεύτερο θεματικό άξονα της συλλογής συναπαρτίζουν ποιήματα που πραγματεύονται τα μεγάλα υπαρξιακά ζητήματα που απασχολούν τους ανθρώπους, όπως ο θάνατος. Στο ποίημα με τίτλο «Μεγάλο Σάββατο ΙΙ» (σελ. 15) δεσπόζει το βράδυ της Ανάστασης η απουσία της μάνας («Έφυγα βιαστικά χωρίς να πάρω το φως. Πρώτη φορά έμεινε το κερί σβηστό, μάνα»).
Από την απώλεια ενός αγαπημένου προσώπου μεταφερόμαστε, στο ποίημα με τίτλο «Νυχτοβάρδια» (σελ. 22), στον κόσμο του περιθωρίου όπου η απώλεια παίρνει τη μορφή μιας νεκρής συναδέλφου. Καθώς ξεκινά άλλη μια νυχτοβάρδια, μια ιερόδουλος συλλογιέται μια φίλη της, η οποία χάθηκε πρόσφατα. Ο θάνατος είναι πανταχού παρών, σε κάθε έκφανση της ανθρώπινης ύπαρξης. Η ανάμνηση των τεθνεώτων προσφέρει, ωστόσο, μια απρόσμενη παρηγοριά. Όπως αναφέρει ο Μπαλτάς στο ποίημα με τίτλο «Των προσφιλών» (σελ. 40) «τα νεκροταφεία αποπνέουν μια περίεργη γαλήνη· κάθε φορά ανάλαφρος φεύγω από τα μνήματα».
Πέρα από τον θάνατο, ο ποιητής πραγματεύεται και το ζήτημα της υπαρξιακής θλίψης στο συγκινητικό ποίημα με τίτλο «Το σκυλί μου» (σελ. 34). «Τα βράδια της θλίψης», εκεί που δεν υφίσταται ανθρώπινη παρουσία, το ποιητικό υποκείμενο έχει ως άξιο συμπαραστάτη τον τετράποδο φίλο του. Εκείνον που χωρίς να ζητά εξηγήσεις και ανταλλάγματα τού «παραστέκεται αγόγγυστα». Κι αυτός φοβάται μην χάσει «αυτή την τελευταία μονάκριβη παρηγοριά».
Ξεχωριστή μνεία αξίζει να γίνει στο ποίημα ποιητικής με τίτλο «Τα βραβεία» (σελ. 26). Θίγοντας με καυστικό τρόπο το ζήτημα της ατέρμονης προσπάθειας ορισμένων για την κατάκτηση ενός βραβείου, προκειμένου να ικανοποιήσουν τη ματαιοδοξία τους, καταλήγει στον ακροτελεύτιο στίχο του ποιήματος: «Αν αυτοί περνιούνται για ποιητές/εγώ προτιμώ να παραμένω άνθρωπος». Η ρήση αυτή απηχεί τον στίχο της Κατερίνας Γώγου «Σημασία έχει να παραμένεις άνθρωπος» από το 32ο ποίημα της συλλογής «Ιδιώνυμο» (Εκδόσεις Καστανιώτη, 1980), αποτελώντας το νήμα που συνδέει τον ποιητή με τους λογοτεχνικούς του προγόνους.
Ο τρίτος και τελευταίος άξονας της συλλογής απαρτίζεται από τα ποιήματα με κοινωνικοπολιτική χροιά. Στο ποίημα με τίτλο «Κοινωνικές υποχρεώσεις» (σελ. 10), ο Μπαλτάς καταδικάζει την υποκρισία ορισμένων κυριών της «καλής κοινωνίας», οι οποίες πίσω από το προσεκτικά φιλοτεχνημένο προφίλ του κοινωνικά ευαισθητοποιημένου ανθρώπου κρύβουν το μίσος τους για τους «αναξιοπαθούντες».
Ακολουθεί το ποίημα με τίτλο «Έγκλημα» (σελ. 20), όπου ο ποιητής εκφράζει την αλληλεγγύη του στους εργατικούς αγώνες και προτάσσει την Ποίηση ως ασπίδα ενάντια στην αστυνομική καταστολή.
Στο πεζοποίημα με τίτλο «Εν απορία» (σελ. 21) η δράση εκτυλίσσεται σε ένα συνοικιακό βιβλιοπωλείο. Όταν ο βιβλιοπώλης ερωτά τον ποιητή γιατί δεν σταματούν οι πόλεμοι, εκείνος του απαντά αποστομωτικά: «Είναι ποτέ δυνατόν να πάψει η πιο επικερδής επιχείρηση; Να πτωχεύσουν την πιο προσοδοφόρα μπίζνα; Στο όνομα τίνος; Της ειρήνης; Μα, η ειρήνη, φίλε μου, είναι σαν την ποίηση. Δεν πουλάει».
Κλείνοντας την αναφορά μας στα πολιτικά ποιήματα της συλλογής, αξίζει να αναφερθούμε στο ποίημα με τίτλο «Ασυμπτωματικός» (σελ. 32). Σχολιάζοντας τη μεταστροφή ενός προσώπου, το οποίο στα νιάτα του εμφορούνταν από επαναστατικές ιδέες αλλά, όπως συμβαίνει συχνά, ως μεσήλικας μετατράπηκε σε έναν συμβιβασμένο μικροαστό, ο ποιητής καταλήγει: «Το πιο παράξενο: η μετάλλαξη επήλθε εν κρυπτώ,/τίποτα δεν την πρόδιδε· ήταν απολύτως ασυμπτωματικός».
Μέσα από την ποιητική συλλογή «Υπό καθεστώς ομηρίας» ο Δημήτρης Μπαλτάς συνεχίζει με σταθερό βηματισμό την ανοδική του πορεία στη Νεοελληνική Ποίηση. Άλλοτε με γλώσσα λόγια και άλλοτε με γλώσσα λαϊκότροπη, μα πάντοτε με ολιγόστιχα ποιήματα, παρουσιάζει με τον δικό του ξεχωριστό τρόπο όψεις της ερωτικής ζωής, της ανθρώπινης ύπαρξης και της κοινωνικοπολιτικής πραγματικότητας. Με λόγο άλλοτε λυρικό και άλλοτε καταγγελτικό δομεί μια ισορροπημένη ποιητική συλλογή, προσφέροντας στο αναγνωστικό κοινό «ένα σημείο αναφοράς/όταν όλα μυρίζουν σήψη και ναφθαλίνη» («Κάστρο άπαρτο», σελ. 35).
Πρώτη δημοσίευση: Περί Ου
Δύο χρόνια μετά το βιβλίο της με τίτλο «ασθμένοντας» (Εκδόσεις Βακχικόν), η ποιήτρια, Ευτυχία Κατελανάκη, μας παρουσιάζει την τρίτη της συλλογή με τίτλο «λοιπόν,».
Το εξώφυλλο του βιβλίου κοσμεί ένα κολλάζ που δημιούργησε η ίδια η ποιήτρια και αποτελείται από στίχους και από σκόρπιες λέξεις που παραπέμπουν σε αποκόμματα από εφημερίδες. Το ευφάνταστο εξώφυλλο μας προϊδεάζει γι’ αυτό που θα ακολουθήσει, ήτοι ποιήματα με επίκεντρο το αστικό, κυρίως, τοπίο σε μία μητρόπολη που αργοσβήνει.
Όταν ερωτήθηκε σχετικά με τον τίτλο, σε μία συνέντευξη που παραχώρησε στην Ελένη Γκίκα για το περιοδικό Fractal, η Κατελανάκη απάντησε ότι το «“λοιπόν,” είναι μια στιγμή ανασκόπησης: συγκεντρώνει όσα έχουν συμβεί, όσα έχουν ειπωθεί, όσα έχουν υπάρξει. Είναι μια λέξη γεμάτη συνειδητοποίηση και αποφασιστικότητα για το μέλλον. Λοιπόν, αυτό είναι το τώρα μας. Κόμμα. Ανάσα. Συνεχίζουμε. Πάμε να δούμε τι κάνουμε».
Πράγματι, στα ποιήματα που απαρτίζουν τη συλλογή διαφαίνεται μια τάση κριτικής αποτίμησης του παρελθόντος, όπως μαρτυρούν οι στίχοι του εναρκτήριου ποιήματος («λοιπόν,» σελ. 8) «…οι χειμώνες ήταν η άνοιξή μας/εδώ ανθίσαμε/και ψύχος που ανασάναμε, η πνοή μας καίει/δεν νοσταλγούμε πια/ελπίδες νικημένες απ’ την αλήθεια» αλλά και οι στίχοι στην τελευταία σελίδα του έργου «…τα χαμόγελα γίναν αγώνες σε δρόμους δικούς μας/τα τραύματα θάλασσες γαλανές/δεν μένει τίποτα που δεν έγινε» (σελ. 62).
Παράλληλα, στα ποιήματα της συλλογής αναγνωρίζουμε και το βλέμμα που ποιητικού υποκειμένου που είναι στραμμένο στο παρόν. Μετά την ανασκόπηση και την απαραίτητη ανάσα, ακολουθεί μία διαπίστωση για την τρέχουσα κατάσταση: «Γαλουχηθήκαμε από μικρές στην ανάσταση και στην ελπίδα./Τώρα/γινόμαστε θεές εξουθενωμένες από τα θαύματα» («Συγύρισμα», σελ. 59).
Ο έρωτας αποτελεί μία κεντρική θεματική ενότητα της συλλογής. Διακρίνουμε σε πολλά ποιήματα μια μελαγχολική διάθεση για τις αγάπες που δεν άντεξαν στο πέρασμα του χρόνου, όπως στο ποίημα με τίτλο «Ανακύκλωση» (σελ. 38) «Στην αρχή ήταν ένα λευκό χαρτί./Μετά του έδωσες μυρωδιά/και ουσία./Έγινε φυλαχτό μου./Μετά είπες/φύγε./Κανένα φυλαχτό δεν νικά τη μοναξιά» ή στον ακροτελεύτιο στίχο του ποιήματος με τίτλο «Ερωτικό» (σελ. 41) «Αύριο ανατέλλουμε χωριστά». Ή ακόμα στο ποίημα με τον εύγλωττο τίτλο «Χωρισμός: συνταγή» (σελ. 52). Στο βάθος, όμως, υπάρχει πάντα η προσδοκία για τους έρωτες που έρχονται: «…κάθε πρωί/τον ζητώ απεγνωσμένα/ελπίζοντας πως/κάποιος ήλιος/θα έρθει/θα κάνουμε έρωτα/θα αναγνωρίσει/ότι το φως/σμιλεύει και τις σκιές του υπογείου» («Στο υπόγειο», σελ. 50).
Ένα άλλο κεντρικό μοτίβο της συλλογής σχετίζεται με την ανάδειξη της γυναικείας ταυτότητας και την ενίσχυση της γυναικείας χειραφέτησης. Στο ποίημα με τίτλο «Με προσοχή» (σελ. 12), η Κατελανάκη περιγράφει μεταφορικά την καθημερινή πραγματικότητα της πατριαρχικής κοινωνίας «Όταν προχωρώ στον δρόμο μού κορνάρουν./Όταν προχωρώ στην άκρη με στριμώχνουν./Η Άννα είπε/δεν υπάρχει δρόμος για μας./…/Όταν θέλω να σε βρω/μένω σπίτι/γιατί εσύ δεν έμαθες να περπατάς στο πεζοδρόμιο.». Ωστόσο, πέρα από το ζοφερό τοπίο του κοινωνικού αποκλεισμού αναδεικνύεται η ελπίδα και η αλληλεγγύη μέσα από τη γυναικεία συντροφικότητα «Λοιπόν,/συνεχίζουμε, φίλη μου./Με σκληρότερα χείλη/αραιότερες ομιλίες./Μη μου πεις/υπομονή./Μη μου πεις τίποτα./Μόνο έλα και κράτα μου τα χέρια» («λοιπόν,» σελ. 62).
Μέσα σε όλο αυτό το ποιητικό σύμπαν δεν θα μπορούσαν, βέβαια, να λείπουν οι αναφορές στην ίδια την Ποίηση. Ήδη από το εναρκτήριο ποίημα με τίτλο «λοιπόν,» (σελ. 7), η Κατελανάκη σαλπίζει το κέλευσμα της αναμέτρησης με τη Μούσα: «Λοιπόν, αφού το ποίημα πάντα ξέρει/και κεντάει τον πόνο στην πραγματικότητα της ζωής/…/ας έρθουν δυο λέξεις μαύρη λάμψη/αν αυτό είν’ η ζωή». Η Ποίηση αποτελεί πλέον για αυτήν «μια απλή ανάσα επιβίωσης στην εντατική» («Περί ποίησης», σελ. 37). Είναι η ανάσα που χρειάζεται για να πάρει ώθηση, ώστε να συνεχίσει να παλεύει, καθώς, όπως λέει στο ποίημα με τίτλο «Ρυθμίσεις» (σελ. 43), «Κανένα όνειρο πια δεν μας χωρά/έτσι/μας στριμώχνω σ’ ένα πρωινό τραγούδι». Η Ποίηση, στη μελοποιημένη της μορφή, γίνεται, έστω και προσωρινά, μια διέξοδος.
Ιδιαίτερη μνεία θα πρέπει να γίνει στο ποίημα με τίτλο «Τα δάχτυλά μας είναι κρεμάστρες» (σελ. 14-15), το οποίο συνομιλεί, κατά την άποψή μας, με το ποίημα της Κατερίνας Γώγου «Η ζωή μας είναι σουγιαδιές» («Τρία κλικ αριστερά», Εκδόσεις Καστανιώτη, 1978). Η Κατελανάκη μεταφέρει τη δυστοπία που βιώνουμε μέσα από την εικόνα των δακτύλων που μετατρέπονται σε κρεμάστρες για τα αντικείμενα της καθημερινότητας («κινητό/κλειδιά/λεφτά/καφές»), καθώς «βρίσκουμε νέες λέξεις για την απουσία και τη δειλία». Αντίστοιχα, η Γώγου υπογραμμίζει το τρίπτυχο της καθημερινότητας της εποχής της «Ξευτίλα-μοναξιά-απελπισία». Εν συνεχεία, η Κατελανάκη δηλώνει ότι οι νέες λέξεις που καλύπτουν τις αυταπάτες του σήμερα είναι η «αυτοφροντίδα», η «αυτοθεραπεία», η «αυτοολοκλήρωση». Παραπέμπουν, κατά κάποιον τρόπο, στον στίχο της Γώγου «βυζαίνουμε κρυφά το δάχτυλό μας» ως μια πράξη αυτοφροντίδας και αυτοθεραπείας θα έλεγε κανείς αλλά και φυγής από την καταθλιπτική μας ύπαρξη. Μέσα σε όλον αυτόν τον ζόφο, οι δύο ποιήτριες βλέπουν ως μόνη διαφυγή ένα ιδιότυπο σάλτο μορτάλε. Η Γώγου μας προτρέπει: «Την άλλη φορά που θα μας ρίξουνε/να μην την κοπανίσουμε./Να ζυγιαστούμε./Μην ξεπουλήσουμε φτηνά το τομάρι μας ρε». Και η Κατελανάκη καταλήγει: «Τα δάχτυλά μας είναι κρεμάστρες/όσο κι αν τα ενώνουμε/…/το κεφάλι μου/το κεφάλι σου/…/κι ένα σκοινί».
Στην τρίτη της ποιητική συλλογή, η Ευτυχία Κατελανάκη, έχοντας πλέον διαμορφώσει την ποιητική της φωνή, μας παρουσιάζει ποιήματα στιβαρά, με φόντο τον έρωτα, τη γυναικεία χειραφέτηση αλλά και την ίδια την Ποίηση, τα οποία μας συγκινούν με τη δύναμη των εικόνων και των συναισθημάτων που ανασύρουν από τη μνήμη. Διότι, όπως λέει και η ποιήτρια, «…η μνήμη είναι πάντα πέτρα./Πάντα βρίσκει τρόπο να μας ξυπνά».
Πρώτη δημοσίευση: Fractal